ιητροι φημη μεν πολλοι εργω δε παγχυ βαιοι (Ιπποκράτης)
30 Δεκεμβρίου 2008, 23:27 Ελευθέριος Ανευλαβής
Τρέχει ο κόσμος μας. Τρέχουμε με ταχύτητες διαδικτύου και παγκόσμιου ιστού (world wide web). Oι μορφές και οι έννοιες διαδέχονται η μια την άλλη, με ταχύτητα φωτός. Το γεννημένο δεν προλαβαίνει να μετασχηματισθεί, να ωριμάσει, να ζήσει, να γίνει κατανοητό. Και αλλάζει. Η ζωή δεν προλαβαίνει να βιωθεί, να προχωρήσει με διαδοχικά βήματα. Άλματα κάνει στον καιρό.

Και ο άνθρωπος, λαχανιασμένος, τρέχει πίσω της, αγωνιώντας, απελπισμένος, μοναξιασμένος. Γυμνοί άνθρωποι, οργισμένοι, βυθισμένοι μέσα στη μοναξιά.  Κόσμος χωρίς πίστη. Χωρίς αγάπη. Διαλυμένες υπάρξεις, απρόσωπα άτομα, χωρίς δικό τους πρόσωπο. Ξεγελασμένος κόσμος, που το έχει νοιώσει πως τον ξεγελούν.

Ο Γκοντό, που τόσο περίμενε, ακόμη μια φορά, δεν ήρθε. Και τώρα αρχίζει να αντιλαμβάνεται, πως δεν πρόκειται να έρθει.

Τα Προσωπεία, οι μάσκες της αυταπάτης πέφτουν ένα ένα.

Και αποκαλύπτουν ανθρώπους που ζουν σε απόγνωση και απάνθρωπη  μοναξιά. Ανθρώπους ανίκανους να συνάψουν ανθρώπινες σχέσεις.

Ανθρώπους πανικόβλητους, εν πλήρη συγχύσει,  μέσα στο χάος, που η πτώση των προσωπείων αποκάλυψε πως ζουν και που, αλόγιστα, οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει.

Ανθρώπους, που αναπνέουν καυσαέριο, μολυσμένο αέρα των πόλεων.

Ανθρώπους, που θαρρείς πως υπάρχουν για να καταναλώνουν, γιατί καταναλώνοντας τους έμαθαν πως υπάρχουν.

Κυνήγι του χρήματος, κατανάλωση, ασφυξία υπαρξιακή, κενό, που για να το γεμίσουν, καταφεύγουν και πάλι στο χρήμα, έχοντας χάσει ή ξεχάσει τις άλλες ανθρώπινες αξίες. Φαύλος κύκλος.

Ο τύπος, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ιδίως αυτή, εν μία νυκτί, κατασκευάζουν το παρόν, χαστουκίζοντας τον παθητικό τηλεθεατή,  με το αποκαλούμενο ρεπορτάζ.

Τα πάντα, καταλλήλως σερβιρόμενα,  γίνονται πιστευτά,  από τους πάντες, αναλόγως,  με ό,τι καθένας θέλει να πιστέψει.

Και το τι θα πιστέψει είναι συνάρτηση του τρόπου του μέσου που μεταδίδει την είδηση – «γεγονός» και της ατομικής κουλτούρας, η οποία ─ φαύλος κύκλος─  κατασκευάζεται από τα ίδια ΜΜΕ, με τελικό σκοπό τη δημιουργία του μαζανθρώπου. Κι έτσι ο μαζάνθρωπος αδυνατεί, πλέον, να αντιδράσει. Να εξεγερθεί.

Ο καταιγισμός των εικόνων, που παρουσιάζονται και σχολιάζονται επιτηδείως, παραλύει την κριτική σκέψη.

Ένας κόσμος πανικόβλητος που έχει ανταλλάξει την ψυχαγωγία με τη διασκέδαση, που στην κυριολεξία σημαίνει το σκόρπισμα. Που γίνεται κραιπάλη. Που αντί να τέρπει, διασκορπίζει ψυχή και σώμα. Με αποτέλεσμα το υπαρξιακό κενό αντί της λύτρωσης.

Ένας κόσμος όπου ο αδελφοκτόνος Κάιν ζει και βασιλεύει.

Οι σταυρωτήδες, μαζί με τους υποκριτές και φαρισαίους του ευρωπαιοαμερικανικού απανθρωπισμού, στη Γάζα γαζώνουν τα παιδιά.

Και παλιότερα βίωσε ο άνθρωπος απάνθρωπους παγκόσμιους πολέμους. Και πάντα προσπάθησε να τους αιτιολογήσει και να τους ωραιοποιήσει. Και να τους ηρωοποιήσει.

Μα σε τούτη την εποχή, τούτοι οι «μικροί» πόλεμοι μοιάζουν, όχι, είναι σιχαμερή διαστροφή.

Ένας κόσμος, όπου «ο μεγάλος αδελφός» κατασκοπεύει την καθημερινή ανθρωπιά μας, με πρόσχημα να μας προφυλάξει.

«Κάμερες παρακολούθησης και μικρόφωνα έχουν τοποθετηθεί σε σχολεία της Μ. Βρετανίας… Οι συσκευές λειτουργούν σαν «αμερόληπτος μάρτυρας»… Μπορεί να ελέγχεται η συμπεριφορά των καθηγητών ή… να προστατεύονται από ψευδείς κατηγορίες μαθητών. (zougla.gr)

Κι εμείς;

Που βλέπουμε τον κόσμο ως συμπαντικό κόσμημα, στο οποίο δίνουμε νόημα με την ανθρώπινη ύπαρξή μας, εμείς, πώς στεκόμαστε μπροστά σ’ αυτό το κενό;. Τι θα γίνουμε;

Το τι θα γίνουμε το ξέρουμε: «χους ην και εις χουν απελεύσει».

Μα όμως εμείς οι παιδιογέροντες, ─  γέροντες γεραροί (όχι γερόντια), οι οποίοι βλέπουν την εμπειρία της ηλικίας μέσα από το παιδικό τους βλέμμα, που δεν τους έχει εγκαταλείψει ─ ξέρουμε, το νοιώθουμε, πως πέρα από το αδήριτο του θανάτου,

υπάρχει και το θαύμα της ζωής.

Εμείς οι παιδιογέροντες θνητοί, όσο είμαστε τέτοιοι, δηλαδή, ζώντες, που ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε και όχι εν ζωή πεθαμένοι, παρ’ όλο που ξέρουμε τη μοίρα μας, δεν είμαστε «μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα».

Δεν «Θα μείνουμε καύκαλα μ’ άχερα γεμάτα» (Έλιοτ), τα οποία, ενώ «ο Λόγος είναι κοινός: του λόγου δ’ εόντος ξυνού» (Ηράκλειτος),

ζούνε ανόητα. Δεν παύονται του ανοηταίνειν.

Εμείς θα ζήσουμε  με τη γνώση πως:

«τα αντίθετα συνάπτονται και από τα διαφορετικά γίνεται η τέλεια αρμονία και τα πάντα γίνονται με την αντιπαλότητα: το αντίξουν συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν και πάντα κατ έριν γίνεσθαι».

Θα ζήσουμε, απεγνωσμένα αισιόδοξοι, με τη γνώση πως:

Η ζωή είναι «παλίντονη αρμονία όπως του τόξου και της λύρας: παλίντονος αρμονίη ωκόσπερ τόξου και λύρης»,  όπου, «του τόξου το όνομα είναι βίος το δε έργο θάνατος: τω ουν τόξο το όνομα βιος, έργον δε θάνατος» (Ηράκλειτος)

Θα ζήσουμε δηλώνοντας την παρουσία μας με τον λόγο, με τη φωνή,  με τη γραφή, με την κραυγή, με τον λυγμό, μέχρι να ξαναγεννηθούμε, εν ζωή.

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος/όχι μ ένα βρόντο μα μ’ ένα λυγμό» (Έλιοτ).

Έτσι αρχίζει η ζωή με μια κραυγή, που συνεχίζεται όσο ζούμε.

Κραυγή χαράς, κραυγή οδύνης, κραυγή αγάπης.

Κραυγή οργής και διαμαρτυρίας.  Γιατί, ακόμα, αγαπάμε!

Αγαπάμε αυτόν τον κόσμο, που μας περιέχει και τον νοηματοδοτούμε. Κι ας μας πληγώνει, γιατί τον πληγώνουμε.

Αγαπάμε τους ανθρώπους, κι ας μοιάζουν με τέρατα,  έτσι που τους κατάντησε η αδιαφορία των ανθρώπων.

Αγαπάμε τη ζωή κι ας την έχουμε κάνει βίο αβίωτο.

Αγαπάμε,  γιατί μέσα μας σιγοκαίει μια λαχτάρα ομορφιάς και δεν θα αφήσουμε να μας την κατασπαράξουν οι ύαινες,  που ουρλιάζουν στα σταυροδρόμια της παγκοσμιοποίησης.

Σ’ έναν κόσμο νοθευμένο, αναίτιο,  που αιτία του και κόλαση συνάμα,  φαίνεται να είναι οι άλλοι,

θα προσπαθήσουμε  να ξαναβρούμε, τώρα που τα προσωπεία θρυμματίζονται,

το πρόσωπό μας μέσα από τον άλλον Άνθρωπο. Να ξαναβρούμε το Πρόσωπο του ανθρώπου.

Να ξαναπιστέψουμε στον Άνθρωπο.

Να ξαναπαινέψουμε τον Άνθρωπο.

Να πασχίσουμε ξανά για τον Άνθρωπο.

Εμείς,

«Ένας για μένα μύριοι εάν είναι άριστος: Εις εμοί μύριοι εάν άριστος η» (Ηράκλειτος). Εάν είναι άνθρωπος.

θα προσπαθήσουμε να ξαναβρούμε τη συνείδησή μας, όχι ως ερινύα και υποζύγιο συνάμα, ανάλογα με το αν στεκόμαστε μπροστά της (όπου μας μαστιγώνει ως ερινύα) ή πίσω της (όπου τη μαστιγώνουμε σαν υποζύγιο).  Μια συνείδηση λάστιχο. Αλλά,

συνείδηση-εσωτερικό μας-δικό μας θεό, που επιζητεί το καλό και απαγορεύει, χωρίς να το εξαφανίζει, το κακό.

Δεν ζούμε στον παράδεισο και ούτε είμαστε άγγελοι. Μπορούμε όμως να αντιπαλέψουμε, στο μέτρο το ανθρώπινο, το κακό και να παλέψουμε, στο μέτρο το ανθρώπινο, για το καλό.

Να παλέψουμε για του Ανθρώπου την πίστη τη αγία. Για του Ανθρώπου την ελευθερία.

«Ζητείται ελπίς», τιτλοφορούσε  ο Αντώνης Σαμαράκης το βιβλίο του.

Υπάρχει ελπίς.

Ακούστε τα παιδιά. Τα παιδιά μας. Είναι η φαιά ουσία του μέλλοντος.

«ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ! ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ Δεν είμαστε τρομοκράτες, “κουκουλοφόροι”, “γνωστοί-άγνωστοι” ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ! Αυτοί, οι γνωστοί-άγνωστοι…. Κάνουμε όνειρα -μη σκοτώνετε τα όνειρά μας! Έχουμε ορμή – μη σταματάτε την ορμή μας. ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ! Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς. Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη “βιτρίνα”, παχύνατε, καραφλιάσατε, ΞΕΧΑΣΑΤΕ! Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε, Περιμέναμε να ενδιαφερθείτε, να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους. ΜΑΤΑΙΑ! Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι, έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε τη μέρα που θα πεθάνετε. Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε δεν δημιουργείτε! Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε. ΥΛΗ ΠΑΝΤΟΥ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥΘΕΝΑ – ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥΘΕΝΑ Πού είναι οι γονείς; Πού είναι οι καλλιτέχνες; Γιατί δε βγαίνουν έξω να μας προστατέψουν; ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ! ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ Υ.Γ.: Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα, ΕΜΕΙΣ κλαίμε κι από μόνοι μας.»

Για κουκουλοφόρους να μιλάμε τώρα;

Pages
Archives
Categories
  • No categories