ιητροι φημη μεν πολλοι εργω δε παγχυ βαιοι (Ιπποκράτης)

Τα δομημένα∙ τα ομόλογα, ντε. Χάθηκαν, τα δομημένα.

Και εκείνον τον Εφραίμ και τους συν αυτώ σφουγγοκωλάριους,  κολυβυστάδες, μοναχούς τε και πολιτικατζήδες και άλλους παρατρεχάμενους, συμβόλαια γράφοντες, σαν αστροπελέκι, τους έχει καταπιεί η σιωπή της επικαιρότητας.

Χρόνια τώρα οι διαχειριστές του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κάθονται τρων και πίνουν και τον κόσμο φοβερίζουν.

Τα χρυσά αγόρια, κωλόπαιδα, χρυσοκάνθαροι της μίζας και της αρπαχτής, που τα έλεγαν μάνατζερς, έφαγαν μέχρι που έσκασαν και βρώμισαν με τη δυσωδία των αερίων της σάπιας κοιλιάς τους και της σάπιας ψυχής τους, τον αέρα της χώρας, αλλά και του κόσμου ολόκληρου.

Πέντε χρόνια τώρα επανιδρύεται το κράτος και

γκρεμίζεται η παιδεία, η οικονομία, η σοβαρότητα του Κράτους, η γλώσσα μας, η παράδοσή μας.

─ Την παιδεία την ξαναγράφουν σε άγραφη πλάκα (tabula rasa), για να μουτζουρώνει τις καλλικατζούρες του ο κάθε (της πλάκας) Υπουργός επί της (α)παιδείας. Μιας παιδείας εκτεχνικευμένης, απορφανισμένης από το ιδεώδες τους ανθρωπισμού. Μιας παιδείας που παρέχει πτυχία ανεργίας, όπου η κορνίζα του πτυχίου αξίζει περισσότερο από το κορνιζαρισμένο πτυχίο.

─ Την ισχυρή οικονομία, αφού την έβαλλαν και την έβγαλαν από την επιτήρηση, είναι έτοιμοι να την ξαναβάλουν, τοις Αλμούνια ρήμασι πειθόμενοι, καλώντας, ως συνήθως, τους μισθοσυντήρητους πολίτες να πληρώσουν τα γλέντια και τα τσιμπούσια αυτών που οδήγησαν το σύστημα στην κρίση.

Δισεκατομμύρια ευρώ έφαγαν τα χρυσαγόρια-κωλόπαιδα και καλείται τώρα ο λαός, το μόνιμο υποζύγιο, ο κυρ Μέντιος, να κουβαλήσει το φορτίο της κρίσης.

Να πληρώσει από το υστέρημά του, ξανά, για δεύτερη φορά, τα ρεζιλίκια αυτών που έφαγαν τα λεφτά των ανθρώπων, αλαζόνες, υπερφίαλοι, αδιάφοροι, γνήσια τέκνα της νεοφιλελεύθερης αγοράς και μπάσταρδοι της χώρας.

─ Την σοβαρή και υπεύθυνη πολιτική, την έχουν κάνει, οι πολιτικατζήδες, ψηφοθηρικό σπορ κυνηγώντας, όταν αρχίζει η περίοδος του κυνηγίου (συζήτηση περί εκλογών) τους ψηφοφόρους με το ντουφέκι,  μέσα στη γυάλινη οθόνη.

Οι σπουδαιογελοίοι πολιτικάντηδες, που νομίζουν ότι ο λαός έχει ξεχάσει τις λοβιτούρες τους.

Οι πονηροί πολιτευτές, που ποντάρουν στην ανάγκη του κοσμάκη (γιατί έτσι τον έμαθαν) για ένα ρουσφέτι. Για μια θέση, για ένα ξεροκόμματο στον δημόσιο τομέα.

Να, επιχειρηματίας πρώην Υπουργός των σκαφών και διαμερισμάτων και των παρακτίων, να κυνηγάει, ξανά στο γυαλί,  καινούργια ψηφοθηράματα, ψοφοδεείς ψηφοφόρους, που η πολιτική του τους έκανε τέτοιους, αναγκασμένους να προστρέχουν στον πάτρωνα του  ρουσφετιού, για τον επιούσιο.

Να, πρώην Υπουργός, φιλάνθρωπος Μαικήνας των Ινδών του αναψυκτηρίου, ξεπροβάλλει στο γυαλί, προς άγραν ψηφοθυμάτων, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα μέτρα της κυβέρνησής του εναντίον των μη εχόντων, υπερασπιζόμενος την ασυδοσία των υπερεχόντων.

Να, πρώην Υπουργός, Δουξ της Βιστωνίδος, ξανά, σε τηλεοπτικό πάνελ, να αναλύει την οικονομική κρίση και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, καθαρό παιδί του επιχειρηματικού σωλήνα, με λαμπρή σταδιοδρομία τραπεζικού στελέχους στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή.

Να, η υψηλοτάτη των εξωτερικών να δεινοπαθεί για ένα χαμόγελο της Κοντολίζας και τώρα της χαρούμενης Χίλαρυ, ΥΠΕΞΗΠΑ, συνιστώντας  ψυχραιμία και σωφροσύνη, όταν  οι βόρειοι σκοπιανο-γείτονες αλωνίζουν, σφετεριζόμενοι την ιστορία μας και οι τουρκο-γείτονες υπερίπτανται των φαρμακωμένων νησιών μας και περιπλέουν το Σούνιο.

Ψυχραιμία και σωφροσύνη και ορθάνοιχτη η υφαλοκρηπίδα στο οθωμανικό δίκαιο.

Να, κενόκρανοι (κενό, άδειο κρανίο) «διανοούμενοι» (διανοούμενος σήμερα είδος έν ανεπαρκεία) μπουρμπουληθρίζουν πολυπολιτισμικές παρλαπίπες, για να δικαιολογήσουν την αναρρίχησή τους σε θώκους, παρ’ αξίαν.

Και,  «Ντυμένοι φίλοι οι εχθροί», από την Εσπερία μας πήραν ό,τι πολύτιμο αφήσανε έκθετο, στο κατώφλι και στους δρόμους της παγκοσμιοποιημένης λαίλαπας, οι ντόπιοι κουφιοκεφαλάκηδες, θαμπωμένοι από τα μπιχλιμπίδια της  παγκόσμιας ασύδοτης και απάνθρωπης αγοράς.

Αρχές, ιδέες, αξίες, που έδεναν, συνδετικός ιστός, τις κοινωνίες και τους ανθρώπους, σήμερα κουρελιάζονται και ανασκολοπίζονται στην καταβόθρα του άθλιου δόγματος: «καταναλώνω, καταναλώνω, καταναλώνω, άρα υπάρχω».

Αλληλεγγύη, ανθρωπιά, κοινωνική προσφορά, φροντίδα για τον αδύναμο, χάθηκαν και όσοι διατηρούν και υπηρετούν αυτές τις αρχές και αξίες θεωρούνται, τουλάχιστον, μαλάκες, από αυτούς που έχουν θεοποιήσει το χρήμα. Έχουν εγκολπωθεί την αρχή της αρπαχτής και διάγουν βλαχογκλαμουράτο βίο.

Γιατί οι ψηφοκυνηγοί πολιτικάντηδες, μη ενδιαφερόμενοι παρά μόνον για την ψήφο των θυμάτων τους, μαζί με, τους περί άλλα τυρβάζοντες, κενόκρανους διανοούμενους αυτής της χώρας, κατάντησαν τον λαό μάζα.

Αδρανή μαζοχυλό, ο οποίος παίρνει το σχήμα του δοχείου όπου τον βάζουν.

Και αυτό το δοχείο είναι το μεταμοντέρνο δοχείο νυκτός.

Γιατί, λένε, οι λεγόμενοι πραγματιστές, τα πράγματα είναι προφανή.

Ας είμαστε ρεαλιστές, λένε, οι ασπαζόμενοι,

Το δόγμα της μετανεωτερικότητας: αποθέωση του ατόμου, που σκοπός του έχει γίνει μόνο η δική του καλοπέραση, αδιαφορώντας για τον διπλανό του και

Το δόγμα της ελεύθερης (διάβαζε ασύδοτης) αγοράς: δηλαδή, ατέρμονη αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης με αποθέωση του ανταγωνισμού, και αδιαφορία για τους ανθρώπους και για το περιβάλλον.

Το χρήμα κινεί τον κόσμο και η κατανάλωση είναι ο σκοπός της ζωής.  Αυτή, λένε, είναι η αλήθεια.

Και αυτή ίσως είναι η αλήθεια τους.

Μα η μεγάλη αλήθεια είναι πως,

Το βρώμικο χρήμα βρωμίζει τον κόσμο μας.

Το άνομο χρήμα απανθρωποποιεί τον άνθρωπο και τις κοινωνίες μας.

Οι σπουδαιογελοίοι, κορδωμένοι, περπατούν, χωρίς να βλέπουν, από την τύφλα τους την πνευματική και τη νεόπλουτη αρχοντοχωριατιά τους,

Πως τα οπίσθια τους είναι γυμνά.

Πως η πολύτιμη τουαλέτα και το ακριβό φράκο έχει σκιστεί. Εκεί στο καίριο σημείο.

Και φαίνεται ο κώλος τους.

Δαχτυλοδείξτε τους.

«ΠΙΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΚΛΕΦΤΕΣ»

Του μόχθου και του Ιδρώτα μας.

Της ζωής μας.

Της παράδοσής μας.

Της πόλης μας.

Της αξιοπρέπειάς μας.

Της ανθρωπιάς μας.

«ΠΟΙΟΥΣ ΚΥΝΗΓΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ;» Μ. Αναγνωστάκης

Pages
Archives
Categories
  • No categories